19.8.13

Εκείνο το καλοκαίρι έκανε κάτι παράξενο. Κατέβασε τα χειμωνιάτικα από το πατάρι, όπου τα είχε κρύψει μόλις την άνοιξη, σιδέρωσε τις ζακέτες του, ξετύλιξε τους λαιμούς απ’ τα ζιβάγκο, τέντωσε τα κασκόλ, ξέπλεξε τα δάχτυλα από τα αγαπημένα του γάντια και άπλωσε τον βαρύ ρουχισμό στο κρεβάτι. Πολλά από τα επόμενα πρωινά πήγαινε και στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη του υπνοδωματίου του τυλιγμένος με το παλτό ή φορώντας τα γάντια του, «κουράστηκα, κύριοι», έλεγε. «Κάθε χρόνο, μα κάθε χρόνο, τα ίδια· ακριβώς τα ίδια. Μπότες, πουλόβερ και κασκόλ, μαγιό, γυαλιά και μάσκες, στις παραλίες, στα βουνά, βροχές, ομπρέλες και ξανά». Υποκλινόταν και ύστερα κινούσε προς την κουζίνα, τον καταβρόχθιζε σιγά σιγά το σκοτάδι. «Τι ατέρμονοι κύκλοι», σκεφτόταν. Αυτός όμως ήταν αποφασισμένος να γίνει ο δισκοβόλος που μετά από απανωτές στροφές θα εκτόξευε το δίσκο μακριά τερματίζοντας το στροβιλισμό. Γιατί δεν τα έκανε σωστά ο Κύριος τα πράγματα. Έτσι έλεγε.

Τον Ιούνιο έψησε κουραμπιέδες. Τον Ιούλιο μέλωσε μελομακάρονα. Τον Αύγουστο έφτιαξε μια μεγάλη πλεξούδα τσουρέκι με γέμιση γαλοπούλας. Στόλισε μια σούβλα με φωτάκια, έκρυψε ένα νόμισμα σε ένα απλό καρβέλι. Έκανε οτιδήποτε για να ξεκουρδίσει το ρολόι, γύριζε με το δάχτυλο γρήγορα τους δείκτες, ξεβίδωνε τα γρανάζια, τοποθετούσε ανάποδα τις μπαταρίες. Επί ένα μήνα έβαζε το ξυπνητήρι να χτυπάει τα μεσάνυχτα, το έκλεινε και έπεφτε για ύπνο.

«Αυτά τα κουνούπια πέφτουν πάνω μου αθόρυβα σαν χιόνι». Γέλασε η γειτόνισσα όταν το άκουσε. Αυτός φορούσε τον μάλλινο σκούφο του, τον είχε μάλιστα κατεβάσει μέχρι τα αυτιά, για να μην ακούει τα τζιτζίκια. Είχε φτιάξει μαγειρίτσα εκείνη τη μέρα, «μαγειρίτσα;» ρώτησε έκπληκτη η γειτόνισσα και έβαλε πάλι τα γέλια. «Κι εγώ ήθελα να σε ρωτήσω αν θέλεις λίγα σταφύλια, μου έφερε ο αδερφός μου ένα κάρο από το εξοχικό του και θα χαλάσουν», του είπε. «Πάντως, αν θέλεις, έχω και δυο λαμπάδες από το Πάσχα». Του άρεσε αυτό. Με μια κίνηση σήκωσε λίγο το σκούφο, φάνηκαν τα αυτιά του. «Κι εγώ έχω μια ολόκληρη κατσαρόλα μαγειρίτσα», της είπε μετά από μια μικρή παύση, «μείνε αν θέλεις να φας κι εσύ. Μαγειρεύω για πολλούς, κι ας είμαι μόνο ένας».

Το βράδυ, στο κρεβάτι του, γύριζε από τη μία, γύριζε από την άλλη, σκέπαζε με το πάπλωμα το κεφάλι, έβγαζε έξω το ένα πόδι, έβγαζε έξω το ένα χέρι, ύστερα γύριζε από την άλλη και μετά πάλι από τη μία. Σκεφτόταν τη γειτόνισσα. Στο τραπέζι κρατούσε χαριτωμένα το κουτάλι της κάνοντας με αυτό αστείες προπόσεις και γελούσε με αυτά που της έλεγε. Στο τέλος πήγε σπίτι της και έφερε τα σταφύλια, έφερε και τις λαμπάδες. Όταν τον αποχαιρέτησε, στην πόρτα, του είπε Καλά Χριστούγεννα και Αληθώς ο Κύριος, και πάλι γελούσε. Στα αυτιά του βούιζε ακόμη το γέλιο της, για μια στιγμή σκέφτηκε να πιάσει τη μυγοσκοτώστρα, να σταματούσε πια αυτό το γέλιο που δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Ήξερε πότε το είχε ξαναπάθει αυτό, τότε που ερωτεύτηκε αυτό είχε πάθει, το θυμόταν πολύ καλά. Τώρα, ειδικά αυτό έπρεπε να γίνει αλλιώς, να μην ανοίξει ξανά αυτός ο κύκλος, να μην υπάρξει έρωτας ούτε δεσμός, να μην υπάρξουν διαφωνίες και χωρισμός. Πέταξε το πάπλωμα από πάνω του, πήγε μέχρι το διακόπτη και άναψε το φως. «Τι Θεός είναι αυτός, κύριοι», είπε γυρίζοντας στον καθρέφτη. «Κοτζάμ Θεός και δεν κατάφερε να φτιάξει παρά δύο μόνο φύλα. Κοτζάμ Θεός και έφτιαξε το φύλο με τη φούστα και τα τακούνια, που έρχεται καταπάνω σου κάνοντας τικ τακ όπως οι ωρολογιακές βόμβες». Θα πήγαινε να ψαρέψει πουλιά. Θα πήγαινε να αρμέξει τα δέντρα. Θα πήγαινε να χτενίσει τα ψάρια, να φυτέψει τις βάρκες, να σκοτώσει τις πέτρες. Θα πήγαινε οπουδήποτε μέσα στη νύχτα, αρκεί να έπαυε να τη σκέφτεται, αρκεί να έπαυε αυτή η αγωνία. Και όμως πήγε μέχρι την πόρτα της. Τα δύο μόνο πόδια του εκεί τον πήγαν.

(γραμμένο για το μπαχάρ* τεύχος 5)

4 σχόλια:

kovo voltes... είπε...

Υπέροχο καλοκαίρι. Σαν ωρολογιακή βόμβα...;)

karagiozaki είπε...

ω, ναι! και ναι και ναι και ναι! :)

ou ming είπε...

Γεια σου kovo voltes και karagiozaki. Ε, ναι λοιπόν.

Ναύτης είπε...

εξαιρετικο!
:)