Στεκόμαστε στο φανάρι. Εκείνη θα πάει από εκεί και εγώ από εδώ. Κάνει μια μικρή κίνηση προς το μέρος μου, μια ελάχιστη κίνηση μπροστά, καταλαβαίνω ότι θέλει να με φιλήσει με το γεια, αλλά τη σταματάει η δική μου ακινησία. Χαμογελάει, θα τα πούμε την Τετάρτη, λέει.
Ποτέ δεν είχα τέτοια φίλη. Κάνει μανικιούρ-πεντικιούρ και κουρεύει. Στεκόμαστε πάντα δίπλα-δίπλα στη σχολή, η καθεμιά χτενίζοντας τη δική της κούκλα, σποραδικά λέμε κανένα αστείο και γελάμε. Με συμβούλεψε να βάφω τα νύχια μου, για να πάψω να τα τρώω, και λίγο η συμβουλή της, λίγο που βλέπω τα χέρια της πάνω στην κούκλα, με το γαλλικό της μανικιούρ και τα λεπτά, ενυδατωμένα δαχτυλάκια, τα κατάφερε: έχω ενάμιση μήνα να τα φάω. Ούτε βάθος, ούτε σώψυχα, ούτε παιδικές ηλικίες και άγχη του θανάτου. Ένα χαμόγελο, μια συμβουλή και αυτά τα δαχτυλάκια.
Στην καινούρια μου σχολή βλέπεις καθημερινά κουρεμένα κεφάλια στα σκουπίδια. Πας να πετάξεις το κυπελάκι του καφέ και δυο πλαστικά μάτια σε κοιτάνε μέσα από το κάδο. Είναι η συμπληρωματική γεύση που κάνει το φαΐ να τρώγεται, που σκοτεινιάζει λίγο το ροζ, που θαμπώνει τα στρας και τετραγωνίζει τα μπικουτί και τα ρόλεϊ. Μου αρέσουν, κι ας είναι κάπως ανατριχιαστικά. Σε αυτό το περιβάλλον που νιώθω τόσο ξένη, χωρίς τη γλώσσα μου, χωρίς τις λέξεις μου, χωρίς τα κείμενά μου, χωρίς το είδος των ανθρώπων που πάντα συναναστρεφόμουν, τα κομμένα κεφάλια είναι ένα αλλόκοτα οικείο στοιχείο, κάτι σαν τους κίονες από φελιζόλ που βλέπεις σε ελληνικά ρεστοράν του εξωτερικού. Αυτές οι κούκλες είναι οι γιαπωνέζικοι κήποι μου· σκαλίζω πάνω τους γραμμές τα μεσημέρια, ταχτοποιώ χωρίστρες, κλαδεύω τούφες, τυλίγω κότσους, πλέκω κοτσίδες, ποτίζω με το βαποριζατέρ μου.
Και ίσως η τόση σιωπή, η αντοχή στην τόση σιωπή, να δείχνει τον σωστό δρόμο.
7.3.12
5.3.12
24.12.11
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αδικία από το να πεθαίνουν τα σκυλιά. Τα σκυλιά θα έπρεπε να ζουν για πάντα, αφού σε αυτά έχει ανατεθεί να κουνάνε τις ουρές τους σαν δυναμό, για να γυρίζει ο κόσμος. Αλλά πεθαίνουν. Υποθέτω πως εκείνα το ζήτησαν αυτοπροσώπως απ' τον Θεό, για να είναι σαν όλους τους άλλους και να μην στεναχωρήσουν κανέναν. Κι ο Θεός με τη σειρά του, για να μην τα στεναχωρήσει, γέμισε τον Κάτω Κόσμο κόκαλα για να παίζουν τα σκυλιά.
Μπορεί να έχω γίνει παράξενη, μπορεί απλώς διορατική. Μπορεί όλη αυτή η διάχυση που βιώνω τελευταία, να περπατάω σαν αλεσμένος κιμάς, μια πρώην μορφή, να είναι κάτι πέρα για πέρα κανονικό. Μπορεί αυτό, που όλη μέρα περπατάω, να οφείλεται στο ότι έχασα τις λέξεις και ψάχνω να βρω το βήμα μου.
Έχει ένα μικρό βουνό εδώ κοντά, κάθε μέρα έχω κουρδιστεί να το ανεβοκατεβαίνω. Ανεβοκατεβαίνω κάθε μέρα χωρίς να ξέρω το γιατί και, κάθε φορά που από την κορυφή βλέπω μακριά τη θάλασσα, σκέφτομαι πως κάποια στιγμή θα μάθω. Βεβαιότητες δεν έχω πολλές, αλλά έχω εμπιστοσύνη όταν μου συμβαίνει για καιρό κάτι που φαίνεται παράλογο.
Ο Γιάννης Μπαλάκος ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που γνώρισα στο δρόμο. Μετά από αυτόν εξαντλήθηκα. Δεν είχα άλλο κουράγιο. Κι αυτόν δηλαδή μετά την πρώτη μας γνωριμία δεν τον ξαναείδα. Δεν επικοινώνησα ποτέ, αν και είχα το τηλέφωνό του. Του είχα υποσχεθεί ότι θα πήγαινα στο γιατρό την κουτσή γάτα που κρυβόταν στο ερείπιο στη γωνία, αρκεί να την έπιανε αυτός.
Ήταν καμιά εβδομηνταπενταριά χρονών. Φορούσε κουρελιασμένα ρούχα και κρατούσε δυο μεγάλες σακούλες με γατοτροφές. Σηκωνόταν κάθε μέρα στις δύο το πρωί και χτένιζε όλη την περιοχή ταΐζοντας τις γάτες. Τη μέρα που τον γνώρισα, μου είπε ότι ένας άντρας που τον είχε δει να ρίχνει φαΐ προσπάθησε να τον δείρει. Δεν καταλάβαινε γιατί, αφού δεν έκανε τίποτα κακό, αλλά αυτή είναι η ιστορία της ανθρωπότητας.
με τα χέρια από τα ταίρια
να σφίγγονται, να πλέκονται, να γλείφονται ακόμα
μια δείχνοντας τον ουρανό
μια δείχνοντας το χώμα.
15.10.11
21.9.11
Ο ατρόμητος χαρακτήρας της, αυτός που της επέτρεψε να σταθεί άκρη άκρη στο μπαλκόνι του πέμπτου και να απλώνει ατάραχα τα ρούχα στους μετασεισμούς του 1999, με όλη τη γειτονιά να την κοιτάζει με ανοιχτό το στόμα από το δρόμο, κάμφθηκε από τα σκληρά μέτρα λιτότητας του 2011. Βέβαια, πέρασαν πάνω από δέκα χρόνια θα μου πείτε, στο μεταξύ πήρε σύνταξη, μειώθηκε η μυική της μάζα, παίρνει φάρμακα για την καρδιά και την οστεοπόρωση, ξέρει ότι είναι ένα γέρικο ζώο στη ζούγκλα με λίγα ψιλά στην τσέπη, λίγα μόνο από αυτά τα στρογγυλά μεταλλάκια, που τόσο θέλει να πετάξει μέσα στις κοφτερές μασέλες να τις στραβώσει. Κάθε τόσο πηγαίνει μέχρι την άκρη του μπαλκονιού, εκείνου του ίδιου μπαλκονιού, σκύβει το κεφάλι της στο δρόμο, τον ίδιο εκείνο δρόμο από όπου κάποτε όλη η γειτονιά την είχε θαυμάσει για το θάρρος της, και τον κοιτάζει σαν προβληματισμένο μέντιουμ κάποιο αλλόκοτο σχήμα στο φλιτζάνι. Και μερικά βράδια -τη βλέπω όταν πλένω τα πιάτα από το παράθυρο της κουζίνας- ακουμπάει στα κάγκελα, γυρίζει το κεφάλι προς τον ουρανό, φαντάζομαι τι σκέφτεται γιατί το σκέφτομαι κι εγώ καμιά φορά, κανείς δεν θα σου σβήσει τα αστέρια αν δεν έχεις λεφτά να τα πληρώσεις, κανείς δεν ξέρει πόσα κοίταξες, τα αστέρια ποτέ κανένας δεν τα μέτρησε - αφήνεις κάτω το μολύβι σου, βάζεις στην άκρη τους αριθμούς. Εκεί θα αναβοσβήνουν πάντα και θα αναβοσβήνουν πάντα για όλους, γιατί δεν τα έφτιαξαν οι άνθρωποι τα αστέρια, γιατί τα κάνουν άσχημα τα πράγματα οι άνθρωποι, έχουν μεγάλη τέτοια δύναμη σε δύο μόνο χέρια.





