23.9.16

Είναι ωραίο να αρκείσαι στα λίγα. Μόνο που μερικές φορές νιώθεις ότι κάνεις παρέα με το ποντίκι της φυλακής.

8.9.15

Οι λέξεις τρέχουν ποτάμια. Ίσως κάποτε, μετά από τόση κατάχρηση, σαν τα παιδιά των Κινέζων να μας επιτραπεί μόνο μία, ένα πολύτιμο μοναχοπαίδι, που θα λάμπει με τα φιογκάκια του και το καθαρό του το φουστάνι.

3.9.15

Δεν χρειάζομαι πια σε αυτόν τον κόσμο, έλεγε. Ένα άχρηστο εξάρτημα είμαι, μια καμινάδα σε ένα τραπέζι. Δεν χρειαζόταν πια σε αυτό τον κόσμο, ήταν αλήθεια. Και δεν μπορούσε ούτε μια στιγμή να χαρεί με την ελάχιστη ψευδαίσθηση πως σε κάτι ήταν χρήσιμος, να, να ρίχνει ένα ποτήρι νερό σε ένα γλαστράκι - ούτως ή άλλως δεν το έκανε πια. Απλώς κοιμόταν και ξυπνούσε, άνοιγε τα μάτια του το πρωί και τα έκλεινε το βράδυ σαν να ήταν η πόρτα ενός μαγαζιού που βάραγε μύγες.

22.9.14



Κοιτάζω τα παλιά μου κείμενα και εντοπίζω μια εποχή που έτρεφα μεγάλη αγάπη για την άνω τελεία. Είναι ένα σημείο της στίξης που όταν το πρωτοέμαθα, δεν το κατάλαβα είναι η αλήθεια. Αργότερα πήρε νόημα μέσα στο κεφάλι μου και αγαπηθήκαμε. Παρατηρώντας τις προτάσεις που κλείνονται έξω απ' την πόρτα με άνω τελεία, έχουν κάτι παιδικό. Είναι σαν να το μαλώνεις και αμέσως να σου χτυπάει το κουδούνι ένα



Αντιθέτως στην τελεία μουτρωμένος θα σταθεί μπρος στο χαλάκι ο



21.9.14

Επί χρόνια αποθήκευα στον κατάλογο του τηλεφώνου μου, στο γράμμα Ε, τη λέξη Εγώ, η οποία αντιστοιχούσε στον αριθμό του τηλεφώνου μου. Έτσι έμενα ήσυχη ότι σε περίπτωση αιφνίδιας αμνησίας, που δεν θα θυμόμουν το όνομά μου, θα σκεφτόμουν να αναζητήσω τη λέξη Εγώ στον κατάλογο και να βρω τον αριθμό του τηλεφώνου μου. Πολύ πρόσφατα μόνο μου πέρασε απ’ το μυαλό πως αν σήκωνα το τηλέφωνο και απαντούσα σε εμένα, δεν θα ήξερα ούτε ποια ήμουν ούτε ποιος πήρε τηλέφωνο.

3.7.14

Πολλές φορές μια γλωσσική πιρουέτα, μέσα από την προσπάθεια για εντυπωσιασμό, κρύβει κι αυτή μια αλήθεια. Για αυτό μην απορρίπτεις, μην χλευάζεις τίποτα, αν και αυτό μπορεί να σε τρελάνει. Σε κάποια όχθη πρέπει να σταθείς, αλλιώς θα τρέχεις πέρα-δώθε σαν να καίγεσαι πατώντας στιγμιαία πάνω σε μια βάρκα που διασχίζει το ποτάμι.

Θεωρητικά ο άνθρωπος που δεν γράφει μπορεί να είναι καλός συγγραφέας, αλλά πολύ κακός κριτής των γραπτών του. 

Κάποτε πίστευα ότι μπορείς να γράψεις οπουδήποτε: πάνω σε πακέτα τσιγάρων, σε λεκιασμένες σελίδες, σε κουτιά προϊόντων. Με τον καιρό το αναθεώρησα. Δυστυχώς από τη στιγμή που αποφάσισα να φερθώ πιο κόσμια στα κείμενά μου, γράφω πολύ πιο σπάνια έως και καθόλου. Παρόλα αυτά εξακολουθώ να πιστεύω ότι πρέπει πάντα να βρίσκεις τη σωστή κορνίζα. Διαφορετικά ακόμη κι ένα καλό κείμενο μπορεί να σου φανεί σαν στραπατσαρισμένη αφίσα κολλημένη στον τοίχο με σελοτέιπ.

Πολλά προβλήματα που σήμερα χαρακτηρίζονται ψυχολογικά πιθανόν να αποκτήσουν νόημα, όταν γίνει διακριτή η φιλοσοφική ή υπαρξιακή τους διάσταση. Με αυτό τον τρόπο αποκτάς συνοδοιπόρο τη ζωή από καταβολής του κόσμου, τα αιωνίως άλυτα προβλήματα και ενδεχομένως να ψάξεις τη λύση όχι στην ψυχολογία, αλλά στα μαθηματικά: ως χαμένος θα αναζητήσεις άλλον έναν χαμένο με την ελπίδα ότι δυο χαμένοι ίσον ένας κερδισμένος.

28.4.14

Δεν έχω εγώ κυνόδοντες, δύο κοπτήρες έχω, δεν είμαι δράκος φοβερός, φωτιές να βγάζει η μύτη μου σαν δυο μπικ αναπτήρες. Θα 'θελα να σηκώνω κύματα, να κλέβω τα διόδια κι από το στόμα μου να περισσεύουν πόδια - πόδια ανθρώπινα, κανονικά, με κάλτσες και παπούτσια, που να τα φτύνω μακριά σαν να 'τανε κουκούτσια. Θα 'θελα να 'μουν κήτος τρομερό, να καταπίνω το νερό, τους στόλους να ρουφάω, να με φοβούνται οι άνθρωποι, να με φοβούνται οι ναύτες, να με φοβάται όλη η γη, το σύμπαν να με τρέμει. Μα δυστυχώς είμαι ένα ον πραγματικά πολύ μικρόν.

20.1.14

Ήταν Ιανουάριος όταν άρχισα να νιώθω συμπάθεια για τους εχθρούς. Μια μέρα, περνώντας έξω απ' το διαμέρισμά τους, δεν ένιωσα όλα μου τα εντόσθια να γυρίζουν ανάποδα, τα δόντια μου να κροταλίζουν, τα μαλλιά μου να πλέκονται μόνα τους κοτσίδες, τα χέρια μου να περιστρέφονται στους καρπούς. Είχα συνηθίσει τόσο καιρό να περνάω κάθε βράδυ από εκεί επιταχύνοντας το βήμα μου έξω απ' την πόρτα τους και κοιτάζοντας ευθεία μπροστά, μην και τυχόν μολύνω το μάτι μου με κάτι δικό τους. Και μια μέρα τα εντόσθιά μου δεν γύρισαν ανάποδα, τα δόντια μου όχι μόνο δεν κροτάλισαν, αλλά κοιμούνταν ήσυχα ήσυχα σαν αγγελάκια το ένα δίπλα στο άλλο. Ένιωσα σχεδόν ζεστά περνώντας έξω απ' την πόρτα τους. Αργότερα το εξήγησα αυτό το φαινόμενο. Είχαν γίνει εχθροί με τους άλλους μου εχθρούς και εχθροί με εχθρούς αλληλοεξουδετερώθηκαν σε μια παράξενη χημική αντίδραση. Αν είναι αλλόκοτα αυτά που λέω, σταματάω εδώ και δεν θα ξαναενοχλήσω με το θέμα. Τώρα τους συμπαθώ, αλλά δεν το ξέρουν. Εκείνοι δεν μου μιλάνε, αλλά κι αυτό μου φαίνεται συμπαθητικό. Όταν περνάνε από δίπλα μου και γυρίζουν το κεφάλι απ' την άλλη, χαμογελάω με κατανόηση σαν να βλέπω δυο παιδάκια που μου λένε τα κάλαντα με γυρισμένη πλάτη. Πόσο να τους θυμώσεις. Τις προάλλες μάλιστα άρχισα να πλέκω ένα κασκόλ για τον έναν, με ρίγες, μια πλέξη δύσκολη. Θα του πηγαίνει και ξέρω ότι του αρέσουν τα κασκόλ, γιατί πολλές φορές ευχήθηκα να του το σφίξω στο λαιμό, όταν περνούσε από δίπλα μου. Υπέφερα πάντα από μεταπτώσεις, από χαμηλά μέχρι υψηλότατα βαρομετρικά και τούμπαλιν. Το αποτέλεσμα; Κανένας δεν μου έχει πια εμπιστοσύνη. Εκεί που βλέπεις τα δόντια μου στο γέλιο, αρχίζω να γρυλίζω.

Στην πολυκατοικία έχουν όλοι υπάρξει εχθροί και φίλοι μου. Αναβοσβήνουν όπως τα παράθυρα της πόλης τη νύχτα. Τους έχω αγαπήσει, τους έχω μισήσει όλους. Σαν φρούτα τους τρώω και τους φτύνω. Τι σημασία έχει, θα μου πείτε, πώς δεν έχει σημασία, θα σας πω. Μια μέρα αποφάσισα να βγάλω το φελλό και πλοπ! το μίσος κύλησε ποτάμι και δεν κούνησα ούτε ένα δαχτυλάκι για να το σταματήσω. Η ορχήστρα έπαιζε, ο μαέστρος είχε κρυφτεί πίσω απ’ το θάμνο. Πώς τα λες έτσι, καημένε, λέει η κυρία Ζίνα και γελάει. Το ‘χει συνήθειο να γελάει όταν μιλάω μόνος μου. Καθόμαστε στο ζαχαροπλαστείο, παραγγέλνει μια πάστα και με έχει στην απέναντι καρέκλα σαν τρανζιστοράκι. Της λέω τις ειδήσεις, τον καιρό, τα νέα της πολυκατοικίας. Τη συμπαθώ προς το παρόν, αν και ανακάλυψα πρόσφατα έναν ελαφρύ παφλασμό που κάνει με τα χείλη, ένα πλοτς την ώρα που το κουταλάκι ξεφορτώνει την πάστα ανάμεσα στα δόντια, που μπορεί να γίνει ο τάφος της φιλίας μας. Έχω βριστεί για πολύ πιο ασήμαντους λόγους. Αφήστε, ξέρω, το έχω ξαναδεί το έργο. Η κυρία Ζίνα, που τώρα μου φαίνεται τόσο συμπαθητική, θα γίνει ένα τέρας. Τα ποδαράκια της, που ανεμίζουν σαν σημαιούλες μπρος - πίσω στην καρέκλα, θα σημάνουν τον τερματισμό. Γεια σου Ζίνα κι άει στο διάολο. Ακόμα και τα νύχια της μπορεί να μισήσω, το γαμψό σχήμα, το περλέ τους χρώμα, τη λάμψη τους στον ήλιο. Ακόμα και την τσάντα της, την τσαλακωμένη χαρτοπετσέτα δίπλα στο πιατάκι, όλα μπορεί να τα μισήσω. Θα είναι σαν να ανοίγουν διάπλατα οι ουρανοί και θέλουν να φαν τη Ζίνα, να φαν τη Ζίνα, δεν έχει ελπίδα η Ζίνα, πρέπει να χαθεί. Θα τη φαντάζομαι μαχαιρωμένη τη Ζίνα, να έχει πέσει πάνω στην πάστα, να την έχει κάνει λιώμα, το κουταλάκι να της έχει μπει στο μάτι, ο αέρας να κουνάει τα μαλλιά της κι αυτό είναι θλιβερό, γιατί οι νεκροί είναι ακίνητοι και είναι θλιβερό να κουνιούνται τα μαλλιά ή τα ρούχα τους. Σαν αυτοκίνητο που του σβήνεις τη μηχανή και συνεχίζει να κυλάει. Θα βάλω τα κλάματα και δεν θα είναι η πρώτη φορά, η Ζίνα θα σκουπίσει το στόμα της, έλα, θα μου πει, πάμε, ίσως δεν έπρεπε να μείνεις τόση ώρα μακριά απ’ το σπίτι σου, φαντάστηκα ότι θα σου έκανε καλό ο ήλιος. Και δεν θα έχει ήλιο, μπορεί μάλιστα να βρέχει, έτσι θα το πει η Ζίνα, γιατί ξέρει. Αν δεν μισήσω τον ήλιο, θα μισήσω εκείνη.


(δημοσιεύτηκε στο Τεφλόν, τεύχος 10)

14.1.14

Σ' αυτήν εδώ την έρημο υπάρχουν κάποιοι που ποτίζουν τα λουλούδια τους, έτσι όταν βρέχει, οι γλάστρες πλημμυρίζουν, γιατί εδώ τα λουλούδια πρέπει να είναι ξερά, στεγνά, σχεδόν σκελετωμένα, αλλιώς πνίγονται σίγουρα. Εδώ ο βρεγμένος πρέπει να φοβάται τη βροχή για κανέναν άλλο λόγο, γιατί έτσι έχουν τα πράγματα. Έτσι έχουν τα πράγματα· όσο γερνάς και σκύβεις, γίνεσαι όλος μια υπόκλιση μπροστά στο νόμο αυτόν.

13.1.14

Ήταν μελαψός και έσπρωχνε ένα καλοριφέρ μέσα σε ένα καρότσι, όχι για να ζεσταθεί, δεν ζεσταίνεται κανείς με ένα τέτοιο καλοριφέρ, φαινόταν ότι από τα σκουπίδια το είχε μαζέψει. Το έσπρωχνε με κόπο, ολόκληρο το σώμα του συμμετείχε στην προσπάθεια, ήταν και λίγο ανηφορικά, δεν έπρεπε να τσουλήσει προς τα πίσω το καρότσι. Περνώντας από δίπλα μου, το μάτι του ελεύθερο γύρισε και με κοίταξε. Το σκέφτηκα και τότε, είναι κάτι που πολύ με βασανίζει κατά καιρούς, πόσα κομμάτια είμαστε, ενώ το ένα αγκομαχάει στον ανήφορο, το άλλο αναζητά έναν σύντροφο να τρώνε μαζί τα μεσημέρια, κάποιον να του ζεσταίνει το κρεβάτι, κάποιον να βρίζονται, να αρπάζονται και, γιατί όχι, να αγαπιούνται. Ψάχνω λίγη ζεστασιά κι αυτό το μαραφέτι δεν δουλεύει, θα μπορούσε με αυτό το βλέμμα να εννοεί, σπρώχνοντας ένα χαλασμένο σώμα.