6.3.08

Τώρα που πέρασε ο καιρός και έφυγε η μεγάλη στεναχώρια, ο παππούς και η γιαγιά επιστρέφουν διακριτικά στα παλιά, αγαπημένα τους σημεία. Την ώρα που βγαίνω στο δρόμο, γυρίζω και τη βλέπω στο ανοιχτό παράθυρο. Όταν μπαίνω στο σπίτι τους -που τώρα πια είναι άλλου-, ο παππούς στέκεται πάλι μπροστά στο νεροχύτη και πλένει τα πιάτα με τα μανίκια του πιασμένα με δύο λαστιχάκια. Πέρασε πολύς καιρός για να γίνει αυτό. Πώς να τολμούσαν να μας αντικρίσουν με τόση στεναχώρια που μας έδωσαν.

8 σχόλια:

Ιφιμέδεια είπε...

:/ Και η ζωή επέστρεψε στους παλιούς της ρυθμούς; Δεν νομίζω...

ou ming είπε...

Όχι ακριβώς, Ιφιμέδεια. Απλώς κρατάς τα καλούπια των ανθρώπων, ένα εκμαγείο ας πούμε, και κάποια στιγμή, όταν είσαι πια πιο ψύχραιμος, χύνεις μέσα τις αναμνήσεις σου και τους ξαναχτίζεις. Και η ζωή συνεχτίζεται :)

περαστικός είπε...

Με συγκίνησες

ou ming είπε...

Περαστικέ, αυτή η αίσθηση μοιάζει λίγο με τα μέλη-φαντάσματα. Τα νιώθεις και αφού έχουν κοπεί.

mao tse tung είπε...

εμένα πάλι με έλιωσες. σε χυτήριο μυρωδιών.

Διόνα είπε...

Είσαι τυχερή που έχεις τις αναμνήσεις σου και μπορείς να τις εκφράζεις με τόσο όμορφο και τρυφερό τρόπο. Το δικό μου εκμαγείο έχει εδώ και πολύ καιρό ένα θαμπό πρόσωπο.

ou ming είπε...

mao, ...

διόνα, είμαι τυχερή που τους είχα και πριν από τις αναμνήσεις μου.

kala krasia είπε...

Ποιά να είναι η ηλικία μας πριν από τις αναμνήσεις μας ;