Επί χρόνια αποθήκευα στον κατάλογο του τηλεφώνου μου, στο γράμμα Ε, τη λέξη Εγώ, η οποία αντιστοιχούσε στον αριθμό του τηλεφώνου μου. Έτσι έμενα ήσυχη ότι σε περίπτωση αιφνίδιας αμνησίας, που δεν θα θυμόμουν το όνομά μου, θα σκεφτόμουν να αναζητήσω τη λέξη Εγώ στον κατάλογο και να βρω τον αριθμό του τηλεφώνου μου. Πολύ πρόσφατα μόνο μου πέρασε απ’ το μυαλό πως αν σήκωνα το τηλέφωνο και απαντούσα σε εμένα, δεν θα ήξερα ούτε ποια ήμουν ούτε ποιος πήρε τηλέφωνο.
21.9.14
3.7.14
Πολλές φορές μια γλωσσική πιρουέτα, μέσα από την προσπάθεια για εντυπωσιασμό, κρύβει κι αυτή μια αλήθεια. Για αυτό μην απορρίπτεις, μην χλευάζεις τίποτα, αν και αυτό μπορεί να σε τρελάνει. Σε κάποια όχθη πρέπει να σταθείς, αλλιώς θα τρέχεις πέρα-δώθε σαν να καίγεσαι πατώντας στιγμιαία πάνω σε μια βάρκα που διασχίζει το ποτάμι.
Θεωρητικά ο άνθρωπος που δεν γράφει μπορεί να είναι καλός συγγραφέας, αλλά πολύ κακός κριτής των γραπτών του.
Κάποτε πίστευα ότι μπορείς να γράψεις οπουδήποτε: πάνω σε πακέτα τσιγάρων, σε λεκιασμένες σελίδες, σε κουτιά προϊόντων. Με τον καιρό το αναθεώρησα. Δυστυχώς από τη στιγμή που αποφάσισα να φερθώ πιο κόσμια στα κείμενά μου, γράφω πολύ πιο σπάνια έως και καθόλου. Παρόλα αυτά εξακολουθώ να πιστεύω ότι πρέπει πάντα να βρίσκεις τη σωστή
κορνίζα. Διαφορετικά ακόμη κι ένα καλό κείμενο μπορεί να σου φανεί σαν στραπατσαρισμένη
αφίσα κολλημένη στον τοίχο με σελοτέιπ.
Πολλά προβλήματα που σήμερα χαρακτηρίζονται ψυχολογικά πιθανόν να αποκτήσουν νόημα, όταν γίνει διακριτή η φιλοσοφική ή υπαρξιακή τους διάσταση. Με αυτό τον τρόπο αποκτάς συνοδοιπόρο τη ζωή από καταβολής του κόσμου, τα αιωνίως άλυτα προβλήματα και ενδεχομένως να ψάξεις τη λύση όχι στην ψυχολογία, αλλά στα μαθηματικά: ως χαμένος θα αναζητήσεις άλλον έναν χαμένο με την ελπίδα ότι δυο χαμένοι ίσον ένας κερδισμένος.
28.4.14
Δεν έχω εγώ κυνόδοντες, δύο κοπτήρες έχω, δεν είμαι δράκος φοβερός, φωτιές να βγάζει η μύτη μου σαν δυο μπικ αναπτήρες. Θα 'θελα να σηκώνω κύματα, να κλέβω τα διόδια κι από το στόμα μου να περισσεύουν πόδια - πόδια ανθρώπινα, κανονικά, με κάλτσες και παπούτσια, που να τα φτύνω μακριά σαν να 'τανε κουκούτσια. Θα 'θελα να 'μουν κήτος τρομερό, να καταπίνω το νερό, τους στόλους να ρουφάω, να με φοβούνται οι άνθρωποι, να με φοβούνται οι ναύτες, να με φοβάται όλη η γη, το σύμπαν να με τρέμει. Μα δυστυχώς είμαι ένα ον πραγματικά πολύ μικρόν.
20.1.14
Ήταν Ιανουάριος όταν άρχισα να νιώθω συμπάθεια για τους εχθρούς. Μια μέρα, περνώντας έξω απ' το διαμέρισμά τους, δεν ένιωσα όλα μου τα εντόσθια να γυρίζουν ανάποδα, τα δόντια μου να κροταλίζουν, τα μαλλιά μου να πλέκονται μόνα τους κοτσίδες, τα χέρια μου να περιστρέφονται στους καρπούς. Είχα συνηθίσει τόσο καιρό να περνάω κάθε βράδυ από εκεί επιταχύνοντας το βήμα μου έξω απ' την πόρτα τους και κοιτάζοντας ευθεία μπροστά, μην και τυχόν μολύνω το μάτι μου με κάτι δικό τους. Και μια μέρα τα εντόσθιά μου δεν γύρισαν ανάποδα, τα δόντια μου όχι μόνο δεν κροτάλισαν, αλλά κοιμούνταν ήσυχα ήσυχα σαν αγγελάκια το ένα δίπλα στο άλλο. Ένιωσα σχεδόν ζεστά περνώντας έξω απ' την πόρτα τους. Αργότερα το εξήγησα αυτό το φαινόμενο. Είχαν γίνει εχθροί με τους άλλους μου εχθρούς και εχθροί με εχθρούς αλληλοεξουδετερώθηκαν σε μια παράξενη χημική αντίδραση. Αν είναι αλλόκοτα αυτά που λέω, σταματάω εδώ και δεν θα ξαναενοχλήσω με το θέμα. Τώρα τους συμπαθώ, αλλά δεν το ξέρουν. Εκείνοι δεν μου μιλάνε, αλλά κι αυτό μου φαίνεται συμπαθητικό. Όταν περνάνε από δίπλα μου και γυρίζουν το κεφάλι απ' την άλλη, χαμογελάω με κατανόηση σαν να βλέπω δυο παιδάκια που μου λένε τα κάλαντα με γυρισμένη πλάτη. Πόσο να τους θυμώσεις. Τις προάλλες μάλιστα άρχισα να πλέκω ένα κασκόλ για τον έναν, με ρίγες, μια πλέξη δύσκολη. Θα του πηγαίνει και ξέρω ότι του αρέσουν τα κασκόλ, γιατί πολλές φορές ευχήθηκα να του το σφίξω στο λαιμό, όταν περνούσε από δίπλα μου. Υπέφερα πάντα από μεταπτώσεις, από χαμηλά μέχρι υψηλότατα βαρομετρικά και τούμπαλιν. Το αποτέλεσμα; Κανένας δεν μου έχει πια εμπιστοσύνη. Εκεί που βλέπεις τα δόντια μου στο γέλιο, αρχίζω να γρυλίζω.
Στην πολυκατοικία έχουν όλοι υπάρξει εχθροί και φίλοι μου. Αναβοσβήνουν όπως τα παράθυρα της πόλης τη νύχτα. Τους έχω αγαπήσει, τους έχω μισήσει όλους. Σαν φρούτα τους τρώω και τους φτύνω. Τι σημασία έχει, θα μου πείτε, πώς δεν έχει σημασία, θα σας πω. Μια μέρα αποφάσισα να βγάλω το φελλό και πλοπ! το μίσος κύλησε ποτάμι και δεν κούνησα ούτε ένα δαχτυλάκι για να το σταματήσω. Η ορχήστρα έπαιζε, ο μαέστρος είχε κρυφτεί πίσω απ’ το θάμνο. Πώς τα λες έτσι, καημένε, λέει η κυρία Ζίνα και γελάει. Το ‘χει συνήθειο να γελάει όταν μιλάω μόνος μου. Καθόμαστε στο ζαχαροπλαστείο, παραγγέλνει μια πάστα και με έχει στην απέναντι καρέκλα σαν τρανζιστοράκι. Της λέω τις ειδήσεις, τον καιρό, τα νέα της πολυκατοικίας. Τη συμπαθώ προς το παρόν, αν και ανακάλυψα πρόσφατα έναν ελαφρύ παφλασμό που κάνει με τα χείλη, ένα πλοτς την ώρα που το κουταλάκι ξεφορτώνει την πάστα ανάμεσα στα δόντια, που μπορεί να γίνει ο τάφος της φιλίας μας. Έχω βριστεί για πολύ πιο ασήμαντους λόγους. Αφήστε, ξέρω, το έχω ξαναδεί το έργο. Η κυρία Ζίνα, που τώρα μου φαίνεται τόσο συμπαθητική, θα γίνει ένα τέρας. Τα ποδαράκια της, που ανεμίζουν σαν σημαιούλες μπρος - πίσω στην καρέκλα, θα σημάνουν τον τερματισμό. Γεια σου Ζίνα κι άει στο διάολο. Ακόμα και τα νύχια της μπορεί να μισήσω, το γαμψό σχήμα, το περλέ τους χρώμα, τη λάμψη τους στον ήλιο. Ακόμα και την τσάντα της, την τσαλακωμένη χαρτοπετσέτα δίπλα στο πιατάκι, όλα μπορεί να τα μισήσω. Θα είναι σαν να ανοίγουν διάπλατα οι ουρανοί και θέλουν να φαν τη Ζίνα, να φαν τη Ζίνα, δεν έχει ελπίδα η Ζίνα, πρέπει να χαθεί. Θα τη φαντάζομαι μαχαιρωμένη τη Ζίνα, να έχει πέσει πάνω στην πάστα, να την έχει κάνει λιώμα, το κουταλάκι να της έχει μπει στο μάτι, ο αέρας να κουνάει τα μαλλιά της κι αυτό είναι θλιβερό, γιατί οι νεκροί είναι ακίνητοι και είναι θλιβερό να κουνιούνται τα μαλλιά ή τα ρούχα τους. Σαν αυτοκίνητο που του σβήνεις τη μηχανή και συνεχίζει να κυλάει. Θα βάλω τα κλάματα και δεν θα είναι η πρώτη φορά, η Ζίνα θα σκουπίσει το στόμα της, έλα, θα μου πει, πάμε, ίσως δεν έπρεπε να μείνεις τόση ώρα μακριά απ’ το σπίτι σου, φαντάστηκα ότι θα σου έκανε καλό ο ήλιος. Και δεν θα έχει ήλιο, μπορεί μάλιστα να βρέχει, έτσι θα το πει η Ζίνα, γιατί ξέρει. Αν δεν μισήσω τον ήλιο, θα μισήσω εκείνη.
14.1.14
Σ' αυτήν εδώ την έρημο υπάρχουν κάποιοι που ποτίζουν τα λουλούδια τους, έτσι όταν βρέχει, οι γλάστρες πλημμυρίζουν, γιατί εδώ τα λουλούδια πρέπει να είναι ξερά, στεγνά, σχεδόν σκελετωμένα, αλλιώς πνίγονται σίγουρα. Εδώ ο βρεγμένος πρέπει να φοβάται τη βροχή για κανέναν άλλο λόγο, γιατί έτσι έχουν τα πράγματα. Έτσι έχουν τα πράγματα· όσο γερνάς και σκύβεις, γίνεσαι όλος μια υπόκλιση μπροστά στο νόμο αυτόν.
13.1.14
Ήταν μελαψός και έσπρωχνε ένα καλοριφέρ μέσα σε ένα καρότσι, όχι για να ζεσταθεί, δεν ζεσταίνεται κανείς με ένα τέτοιο καλοριφέρ, φαινόταν ότι από τα σκουπίδια το είχε μαζέψει. Το έσπρωχνε με κόπο, ολόκληρο το σώμα του συμμετείχε στην προσπάθεια, ήταν και λίγο ανηφορικά, δεν έπρεπε να τσουλήσει προς τα πίσω το καρότσι. Περνώντας από δίπλα μου, το μάτι του ελεύθερο γύρισε και με κοίταξε. Το σκέφτηκα και τότε, είναι κάτι που πολύ με βασανίζει κατά καιρούς, πόσα κομμάτια είμαστε, ενώ το ένα αγκομαχάει στον ανήφορο, το άλλο αναζητά έναν σύντροφο να τρώνε μαζί τα μεσημέρια, κάποιον να του ζεσταίνει το κρεβάτι, κάποιον να βρίζονται, να αρπάζονται και, γιατί όχι, να αγαπιούνται. Ψάχνω λίγη ζεστασιά κι αυτό το μαραφέτι δεν δουλεύει, θα μπορούσε με αυτό το βλέμμα να εννοεί, σπρώχνοντας ένα χαλασμένο σώμα.
16.9.13
2.9.13
Καθόμαστε οι τρεις μας γύρω από το πλαστικό τραπέζι στην αυλή και πίνουμε καφέ. «Να έρθεις πιο νωρίς την άλλη φορά», μου λέει η Ιβάνα. «Να μην έχει νυχτώσει». Ρουφάει ένα ηλεκτρονικό τσιγάρο που αναβοσβήνει σαν φλας αυτοκινήτου και η κόρη της, η Βαλεντίνα, καπνίζει τα τελευταία τσιγάρα του πακέτου, πριν το κόψει κι αυτή. «Σε αυτό το σπίτι, Ιβάνα», της λέω δείχνοντάς της απέναντι, «έμενε η αδερφή της προγιαγιάς μου». Αναρωτιέμαι πώς μου ήρθε να το πω. Από το σαλόνι της Ιβάνα ακούγονται βουλγάρικες διαφημίσεις. Περιμένοντας να γίνει ο καφές λίγα λεπτά νωρίτερα, καθισμένη στον καναπέ, κοίταζα το διπλό κρεβάτι στο οποίο κοιμάται η Ιβάνα, η κόρη της και το μικρό τους πεκινουά. Ήταν το κρεβάτι του παππού μου και της γιαγιάς μου. Πάνω σε αυτό τους έβλεπα μικρή τα μεσημέρια απ' το παράθυρο να κοιμούνται, πάνω σε αυτό τους είδα στα τελευταία τους. Δεν το ξέρει η Ιβάνα, αλλά τα αντικείμενα που της έδωσαν για να στήσει το σπίτι της είναι κομμάτια της προσωπικής μου ιστορίας. Ποτήρια από ένα γαμήλιο σετ της μαμάς μου που δεν το ήθελε και πέρασε αργότερα στη γιαγιά μου, δυο κορνίζες που είχαμε κάποτε στο χολ, τα πιατάκια του γλυκού που μου σέρβιρε η γιαγιά μου γλυκό σταφύλι. Παλιά πράγματα που ζουν στα χέρια της Ιβάνα τα τελευταία τους, όπως οι γέροι που φροντίζει. Η Βαλεντίνα γυρίζει και κοιτάζει τον ουρανό. Ένα αεροπλάνο φωτισμένο κινείται ανάμεσα στ' αστέρια. «Έχεις μπει ποτέ σε αεροπλάνο;» με ρωτάει. «Εγώ δεν έχω μπει ποτέ, φοβάμαι». Σηκώνω το βλέμμα στον ουρανό, το ίδιο και η Ιβάνα. Για λίγα λεπτά το κοιτάζουμε και οι τρεις μας σιωπηλές και η καθεμία βλέπει το δικό της αεροπλάνο: η Ιβάνα το αεροπλάνο που την πάει στις εγγονές της, η Βαλεντίνα το αεροπλάνο που φέρνει εδώ το φίλο της, εγώ ένα αεροπλάνο που μοιάζει με κουνούπι. Ξύνω με λύσσα το χέρι μου. «Άρχισαν να δαγκώνουν», τους λέω. «Ναι, έχει πολλά», λέει η Βαλεντίνα και σηκώνεται. «Θα φέρω ένα φιδάκι». «Δεν χρειάζεται, Βαλεντίνα», της λέω και σβήνω το τσιγάρο, «είναι ώρα να πηγαίνω, να σας αφήσω κι εσάς να κοιμηθείτε». Πολλές φορές που δεν με πιάνει ύπνος, τις βλέπω απ' το παράθυρό μου να ξυπνάνε τόσο νωρίς για τη δουλειά, που δεν έχει καν ξημερώσει.
19.8.13
Εκείνο το καλοκαίρι έκανε κάτι παράξενο. Κατέβασε τα χειμωνιάτικα από το πατάρι, όπου τα είχε κρύψει μόλις την άνοιξη, σιδέρωσε τις ζακέτες του, ξετύλιξε τους λαιμούς απ’ τα ζιβάγκο, τέντωσε τα κασκόλ, ξέπλεξε τα δάχτυλα από τα αγαπημένα του γάντια και άπλωσε τον βαρύ ρουχισμό στο κρεβάτι. Πολλά από τα επόμενα πρωινά πήγαινε και στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη του υπνοδωματίου του τυλιγμένος με το παλτό ή φορώντας τα γάντια του, «κουράστηκα, κύριοι», έλεγε. «Κάθε χρόνο, μα κάθε χρόνο, τα ίδια· ακριβώς τα ίδια. Μπότες, πουλόβερ και κασκόλ, μαγιό, γυαλιά και μάσκες, στις παραλίες, στα βουνά, βροχές, ομπρέλες και ξανά». Υποκλινόταν και ύστερα κινούσε προς την κουζίνα, τον καταβρόχθιζε σιγά σιγά το σκοτάδι. «Τι ατέρμονοι κύκλοι», σκεφτόταν. Αυτός όμως ήταν αποφασισμένος να γίνει ο δισκοβόλος που μετά από απανωτές στροφές θα εκτόξευε το δίσκο μακριά τερματίζοντας το στροβιλισμό. Γιατί δεν τα έκανε σωστά ο Κύριος τα πράγματα. Έτσι έλεγε.
Τον Ιούνιο έψησε κουραμπιέδες. Τον Ιούλιο μέλωσε μελομακάρονα. Τον Αύγουστο έφτιαξε μια μεγάλη πλεξούδα τσουρέκι με γέμιση γαλοπούλας. Στόλισε μια σούβλα με φωτάκια, έκρυψε ένα νόμισμα σε ένα απλό καρβέλι. Έκανε οτιδήποτε για να ξεκουρδίσει το ρολόι, γύριζε με το δάχτυλο γρήγορα τους δείκτες, ξεβίδωνε τα γρανάζια, τοποθετούσε ανάποδα τις μπαταρίες. Επί ένα μήνα έβαζε το ξυπνητήρι να χτυπάει τα μεσάνυχτα, το έκλεινε και έπεφτε για ύπνο.
«Αυτά τα κουνούπια πέφτουν πάνω μου αθόρυβα σαν χιόνι». Γέλασε η γειτόνισσα όταν το άκουσε. Αυτός φορούσε τον μάλλινο σκούφο του, τον είχε μάλιστα κατεβάσει μέχρι τα αυτιά, για να μην ακούει τα τζιτζίκια. Είχε φτιάξει μαγειρίτσα εκείνη τη μέρα, «μαγειρίτσα;» ρώτησε έκπληκτη η γειτόνισσα και έβαλε πάλι τα γέλια. «Κι εγώ ήθελα να σε ρωτήσω αν θέλεις λίγα σταφύλια, μου έφερε ο αδερφός μου ένα κάρο από το εξοχικό του και θα χαλάσουν», του είπε. «Πάντως, αν θέλεις, έχω και δυο λαμπάδες από το Πάσχα». Του άρεσε αυτό. Με μια κίνηση σήκωσε λίγο το σκούφο, φάνηκαν τα αυτιά του. «Κι εγώ έχω μια ολόκληρη κατσαρόλα μαγειρίτσα», της είπε μετά από μια μικρή παύση, «μείνε αν θέλεις να φας κι εσύ. Μαγειρεύω για πολλούς, κι ας είμαι μόνο ένας».
Το βράδυ, στο κρεβάτι του, γύριζε από τη μία, γύριζε από την άλλη, σκέπαζε με το πάπλωμα το κεφάλι, έβγαζε έξω το ένα πόδι, έβγαζε έξω το ένα χέρι, ύστερα γύριζε από την άλλη και μετά πάλι από τη μία. Σκεφτόταν τη γειτόνισσα. Στο τραπέζι κρατούσε χαριτωμένα το κουτάλι της κάνοντας με αυτό αστείες προπόσεις και γελούσε με αυτά που της έλεγε. Στο τέλος πήγε σπίτι της και έφερε τα σταφύλια, έφερε και τις λαμπάδες. Όταν τον αποχαιρέτησε, στην πόρτα, του είπε Καλά Χριστούγεννα και Αληθώς ο Κύριος, και πάλι γελούσε. Στα αυτιά του βούιζε ακόμη το γέλιο της, για μια στιγμή σκέφτηκε να πιάσει τη μυγοσκοτώστρα, να σταματούσε πια αυτό το γέλιο που δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Ήξερε πότε το είχε ξαναπάθει αυτό, τότε που ερωτεύτηκε αυτό είχε πάθει, το θυμόταν πολύ καλά. Τώρα, ειδικά αυτό έπρεπε να γίνει αλλιώς, να μην ανοίξει ξανά αυτός ο κύκλος, να μην υπάρξει έρωτας ούτε δεσμός, να μην υπάρξουν διαφωνίες και χωρισμός. Πέταξε το πάπλωμα από πάνω του, πήγε μέχρι το διακόπτη και άναψε το φως. «Τι Θεός είναι αυτός, κύριοι», είπε γυρίζοντας στον καθρέφτη. «Κοτζάμ Θεός και δεν κατάφερε να φτιάξει παρά δύο μόνο φύλα. Κοτζάμ Θεός και έφτιαξε το φύλο με τη φούστα και τα τακούνια, που έρχεται καταπάνω σου κάνοντας τικ τακ όπως οι ωρολογιακές βόμβες». Θα πήγαινε να ψαρέψει πουλιά. Θα πήγαινε να αρμέξει τα δέντρα. Θα πήγαινε να χτενίσει τα ψάρια, να φυτέψει τις βάρκες, να σκοτώσει τις πέτρες. Θα πήγαινε οπουδήποτε μέσα στη νύχτα, αρκεί να έπαυε να τη σκέφτεται, αρκεί να έπαυε αυτή η αγωνία. Και όμως πήγε μέχρι την πόρτα της. Τα δύο μόνο πόδια του εκεί τον πήγαν.
18.6.13
Όταν κρίνεις τους ανθρώπους, κρίνεις τα φαινόμενα γιατί οι άνθρωποι ενσαρκώνουν φαινόμενα. Όπως μιλώντας για τη φουρτουνιασμένη θάλασσα, δεν αναφέρεσαι στο νερό, στη συγκεκριμένη σύσταση τη δεδομένη στιγμή, αλλά στο φαινόμενο της τρικυμίας. Και μόνο για λόγους επιβίωσης, ο άνθρωπος από τη φύση του κρίνει και αναλύει τα φαινόμενα. Η ανάγκη του να κρίνει τους άλλους και τις πράξεις τους ξεκινάει από αυτό το βασικό, το στοιχειώδες. Από αυτή τη σκοπιά, όχι μόνο δεν είναι κατακριτέο να κρίνεις τους άλλους, αλλά είναι απολύτως απαραίτητο. Από αυτή τη σκοπιά, δεν μπορείς να θυμώσεις με έναν άνθρωπο όπως δεν θα θύμωνες με μια τρικυμία. Από την άλλη, έχεις όλα τα δίκια να θυμώνεις με έναν άνθρωπο, όταν επιτρέπει σε ένα φαινόμενο να βρει την έκφρασή του.
