καλόγερος ο [kalójeros]: ο περιστοιχισμένος από ανθρώπους που κρατάνε τα προβλήματά τους σαν παλτά και ψάχνουν κάπου να τα κρεμάσουν.
σάκος του λοξ ο [sákos tú lóks]: αυτός στον οποίον ξεσπάει τις ιδιοτροπίες, τις παραξενιές και τις λόξες του ο πλησίον.
Οι περισσότεροι βέβαια κρατάνε τα προβλήματά τους σαν μπαλτά και ψάχνουν κάποιον να κρεμάσουν.
ΑπάντησηΔιαγραφήΦοβάμαι πως αρχίζετε να γίνεστε επικίνδυνος με το πρόβλημα του πάρκινγκ.
ΑπάντησηΔιαγραφήΕσείς ου νομίζω πως το μόνο σας πρόβλημα είναι με το μπάρκινγκ.
ΑπάντησηΔιαγραφήΑ, όχι, αυτό είναι μουσική στα αυτιά μου. Και τα αυτιά του μουσική στα μάτια μου.
ΑπάντησηΔιαγραφή