Η μέρα ήταν ήσυχη. Καφές το μεσημέρι, ψηλά, όλη η πόλη στα πόδια σου που λένε. Μπετόν και τσιμέντο, νόμιζα ότι έβλεπα τη θάλασσα. Φυσούσε κι ένα αεράκι. Η γυναίκα στο μπροστινό τραπέζι έφερνε το τσιγάρο της στο στόμα, το κρατούσε ανάμεσα στα δάχτυλα και τα νύχια της έλαμπαν στον ήλιο. Όλος ο ήλιος στα χέρια σου που λένε.
καλημερα αγαπητη ου...
ΑπάντησηΔιαγραφήΚαλημέρα, αγαπητή λολίτα.
ΑπάντησηΔιαγραφήκαι μετά, τι έγινε;
ΑπάντησηΔιαγραφήμας φέρνεις τον ήλιο τόσο απλά και φυσικά, με μία φράση ...
ΑπάντησηΔιαγραφήΠάλι καλά που δεν είσαστε στη Μεγαλόπολη (πχ) Θα είχατε κι όλα τα σύννεφα στην αγκαλιά σας.
ΑπάντησηΔιαγραφήΤι απίθανο κειμενάκι!
ΑπάντησηΔιαγραφήΤι θαυμάσιο ποστ!
γκρρρρρρ ζήλια,ζήλια,ζήλια γκρρρρρ
αποτέτοιε, μετά ο ήλιος έπεσε στη βίσση.
ΑπάντησηΔιαγραφήaerostatik εσείς, εγώ ηλιοστάτικ.
nomad, κι η μεγαλούπολη παράγει σύννεφα.
ουρφ, σας ευχαριστώ.
Με μπλόκαρες και δεν βρίσκω να σχολιασω!
ΑπάντησηΔιαγραφήΆργησα να σου απαντήσω, YK, έχω κι εγώ μπλοκάρει.
ΑπάντησηΔιαγραφήΓειά σου ρε Ου Μινγκ με τα ωραία σου. Κάτι τέτοια γράφεις, τα διαβάζουμε κι ανοίγει η ψυχή μας. Νομίζω ότι πρέπει να μαζέψεις όλα αυτά τα μικρά στολιδάκια, τα μικρά διαμαντάκια σου και τα βγάλεις σε ένα μικρό, κομψό βιβλιαράκι (άσε τον Μίν στα Οά του. Δεν είναι μόνο γιατί είναι πολύ γερά και καλά. Δεν είναι μόνο γιατί είναι καλή λογοτεχνία, αλλά διότι όσοι γράφουν τόσο καλά έχουν υποχρέωση και έναντι των αναγνωστών να μην τους αφήνουν μόνους με τον Σταμάτη, τον Γρηγόρη και τα λοιπά ζωντανά και ψόφια της νεοελληνικής μας πεζογραφίας.
ΑπάντησηΔιαγραφήΩχ ωχ ωχ, ευχαριστώχ.
ΑπάντησηΔιαγραφή