Φώναζε τις λέξεις μονορούφι στηρίζοντας τα χέρια της στο πρεβάζι του παραθύρου. Αν την έβλεπε κανείς από κοντά, φούσκωναν οι φλέβες του λαιμού και έμοιαζε να είχαν σπάσει μικρά αγγεία στο δέρμα του στέρνου. Αυτό γινόταν κάθε κάποιους μήνες. Την είχε συνηθίσει η γειτονιά και δεν αγριευόταν πια. Την είχαν καταπιεί οι δικοί της και απλώς όταν επέστρεφαν, της ξεγάντζωναν τα χέρια απ' το πρεβάζι, της έφτιαχναν ένα τσάι και την έβαζαν για ύπνο.
καλημέρα Ου,
ΑπάντησηΔιαγραφήτι όμορφο μπλογκ
Βαριά και η μπλογκολογική καμιά φορά ;)
ΑπάντησηΔιαγραφήΜας κλεψατε την αρχική ιδέα κυρία Ου! (ολες οι λέξεις μαζί).
ΑπάντησηΔιαγραφή...και εγω, ο κίτρινος, περιμένω ακόμα μια πρόσκληση στο παιχνιδάκι σας.
@eternal cerenity: καλημέρα.
ΑπάντησηΔιαγραφή@bebop: βαριά και η μπλογκοπαραλογία.
@yellow kid: πολύ γκρινιάζετε.
Γουάάάάάιιιι;
ΑπάντησηΔιαγραφή"Με τσάκισες, τι λέξεις είναι αυτές" ε;
ΑπάντησηΔιαγραφήΑπέδειξες τελικά οτι μια χαρά ιστοριούλα μπορούν να βγάλουν - εάν η συγγραφέας θέλει...
Μηδένα προ του τέλους κακάριζε :-)
ούτε παπάριζε;)
ΑπάντησηΔιαγραφή